απεχθάνομαι


απεχθάνομαι
απεχθάνομαι βλ. πίν. 82 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπεχθάνομαι — to be hated pres ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απεχθάνομαι — (AM ἀπεχθάνομαι, Α κ. ἀπέχθομαι) [έχθος] αποστρέφομαι, αντιπαθώ, μισώ αρχ. 1. παθ. γίνομαι μισητός σε κάποιον, προκαλώ το μίσος του, μισούμαι 2. εξοργίζομαι εναντίον κάποιου 3. προκαλώ το μίσος ή την οργή …   Dictionary of Greek

  • απεχθάνομαι — (μόνο στον ενεστ. και πρτ.), σιχαίνομαι: Αυτόν τον άνθρωπο τον απεχθάνομαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπεχθάνεσθε — ἀπεχθάνομαι to be hated pres imperat mid 2nd pl ἀπεχθάνομαι to be hated pres ind mid 2nd pl ἀπεχθάνομαι to be hated imperf ind mid 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεχθανομένων — ἀπεχθάνομαι to be hated pres part mid fem gen pl ἀπεχθάνομαι to be hated pres part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεχθανόμεθα — ἀπεχθάνομαι to be hated pres ind mid 1st pl ἀπεχθάνομαι to be hated imperf ind mid 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεχθανόμενον — ἀπεχθάνομαι to be hated pres part mid masc acc sg ἀπεχθάνομαι to be hated pres part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεχθάνου — ἀπεχθάνομαι to be hated pres imperat mid 2nd sg (attic epic doric) ἀπεχθάνομαι to be hated imperf ind mid 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεχθάνῃ — ἀπεχθάνομαι to be hated pres subj mid 2nd sg ἀπεχθάνομαι to be hated pres ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεχθανομένη — ἀπεχθάνομαι to be hated pres part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)